Ο θεσμός, ο άνθρωπος και το βαρύ τίμημα της αλαζονείας

Του Πατριάρχη

Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση του δρος Βασίλη Χατζηαναστασίου κατά του Οδυσσέα Μιχαηλίδη δεν αφορά μόνο μια απλή περίπτωση αγωγής για δυσφήμιση, αλλά διαβάζεται και ως πολιτικό κείμενο για τα όρια της εξουσίας των ανεξάρτητων θεσμών. Ιδιαίτερα των ανθρώπων που ηγούντο θεσμών, χωρίς να ενδιαφέρονται για το πού τελειώνει ο θεσμικός έλεγχος και πού αρχίζει η εμπάθεια και η προσωπική εμμονή. Με την απόφαση, γίνεται αντιληπτό ότι ένας αξιωματούχος, ακόμη και αν έχει στα χέρια του μια σημαντική εξουσία, δεν αποκτά δικαίωμα να μοιράζει ηθικές καταδίκες σε πολίτες λες και κρατάει στα χέρια του ρομφαία «αποκεφαλίζοντας» όποιον επιθυμεί.

Το Δικαστήριο έκρινε πως επιστολή του τότε Γενικού Ελεγκτή για τον γιατρό ήταν δυσφημιστική. Μια επιστολή την οποία μοίρασε σε δεκάδες άλλους. Κατέγραψε ότι ο Γενικός Ελεγκτής δεν ελέγχει πολίτες και οι αρμοδιότητες του είναι να ελέγχει το κράτος, τα υπουργεία, τους δημόσιους φορείς και τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Στην υπόθεση των μεταμοσχεύσεων, αν υπήρχε ζήτημα, ο ελεγχόμενος ήταν το Υπουργείο Υγείας και όχι ο γιατρός που διαπραγματεύθηκε την αμοιβή του και κατέληξε σε συμφωνία με το κράτος.

Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δεν περιορίστηκε να πει στο Υπουργείο «ελέγξτε τη διαδικασία, εξηγήστε το κόστος, τεκμηριώστε την απόφαση». Πήγε παρακάτω. Χρησιμοποίησε βαρύτατους χαρακτηρισμούς για τον γιατρό, μίλησε για αισχροκέρδεια, κερδοσκοπία, καθεστώς εκβιασμού, αντιδεοντολογική συμπεριφορά κλπ. Όλα αυτά για έναν κορυφαίο γιατρό, με διαδρομή σε μεγάλα νοσοκομεία της Βρετανίας, ο οποίος είχε επιστρέψει στην Κύπρο για να στήσει μεταμοσχευτική κλινική στο δημόσιο σύστημα υγείας.
Προφανώς και δεν ήταν αυστηρός έλεγχος, αλλά υπέρβαση αρμοδιοτήτων. Και αυτή η υπέρβαση είχει ανθρώπινο και δημόσιο κόστος. Ο δρ Χατζηαναστασίου δεν είναι πολιτικός, δεν είναι κρατικός αξιωματούχος, δεν είναι άνθρωπος που όφειλε να ανέχεται δημόσιο διασυρμό στο όνομα δήθεν της διαφάνειας όπως την είχε στο μυαλό του ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Είναι επιστήμονας που μπορούσε να προσφέρει σε έναν κρίσιμο τομέα της Υγείας στη Κύπρο. Αντί το κράτος να αξιοποιήσει τέτοιους ανθρώπους, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης φρόντισε να τον σπρώξει ξανά στο εξωτερικό. Βεβαίως δεν ήταν το μοναδικό «θύμα» του κατά τ’ άλλα αδιάφθορου τέως Γενικού Ελεγκτή.

Η δικαστική απόφαση μοιραία φέρνει στο προσκήνιο ξανά και την απόφαση παύσης του Οδυσσέα Μιχαηλίδη από τη θέση του Γενικού Ελεγκτή. Τότε κάποιοι επέμειναν να βλέπουν μόνο συνωμοσίες, διώξεις και δήθεν θεσμική εκδίκηση. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο πεζή και πιο ωμή. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε πως η συμπεριφορά του είχε ξεπεράσει τα όρια του ρόλου του. Τώρα, ένα άλλο Δικαστήριο, σε άλλη υπόθεση, με διαφορετικό αντικείμενο, περιγράφει την ίδια βασική παθογένεια. Σύγχυση ρόλων, προσωπικές επιθέσεις, χρήση θεσμικού κύρους εναντίον προσώπων που δεν υπάγονταν στον έλεγχό του.
Η διαφάνεια δεν είναι άδεια εξόντωσης και ο έλεγχος δεν είναι προσωπική βεντέτα. Πολύ περισσότερο η ανεξαρτησία ενός αξιώματος δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη συμπεριφορά. Όποιος κατέχει δημόσια εξουσία οφείλει να έχει μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση από τον απλό πολίτη, γιατί η φωνή του δεν είναι προσωπική άποψη, αλλά έχει την σφραγίδα του κράτους.

Το πρόβλημα με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη δεν ήταν ότι έκανε ελέγχους. Οι έλεγχοι είναι αναγκαίοι, και πολλές φορές η Ελεγκτική Υπηρεσία ανέδειξε σοβαρά θέματα. Το πρόβλημα ήταν η μετατροπή του θεσμού σε προσωπικό βήμα και η σταδιακή ταύτιση του αξιώματος με τον κάτοχό του. Η εντύπωση πως όποιος διαφωνεί με τον Γενικό Ελεγκτή βρίσκεται αυτομάτως απέναντι στη διαφάνεια, με την βοήθεια ΜΜΕ, κομμάτων, και της τότε ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας.

Η απόφαση για τον δρ Χατζηαναστασίου δεν κλείνει μόνο μια παλιά δικαστική εκκρεμότητα, αλλά θυμίζει πως το κράτος δικαίου δεν απειλείται μόνο από τη διαφθορά. Απειλείται και από όσους, στο όνομα της καταπολέμησής της, θεωρούν ότι μπορούν να παρακάμπτουν όρια και αρμοδιότητες ισοπεδώνοντας ανθρώπους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ζημιά δεν ήταν θεωρητική. Μπορεί να μετρηθεί σε υπολήψεις, σε καριέρες, σε ανθρώπους που φεύγουν και σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας που με ευθύνη του Οδυσσέα Μιχαηλίδη έμεινε φτωχότερο.