Η «ακτινογραφία» του μνημονίου Τραμπ

Μπροστά στους ηγέτες των G7, στο περιθώριο της συνόδου στις Βερσαλλίες, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε το μνημόνιο κατανόησης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσίασε το μνημόνιο ως το πλαίσιο που θα βάλει τέλος στον πόλεμο και θα ανοίξει τον δρόμο για μια ευρύτερη συμφωνία σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

 

Το κείμενο, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς μια συμφωνία κατάπαυσης πυρός. Συνιστά έναν οδικό χάρτη για την επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή και επιχειρεί να καθορίσει τους όρους μιας νέας ισορροπίας ανάμεσα στις δύο χώρες, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από τη στρατιωτική αντιπαράθεση στη διαπραγμάτευση και τα οικονομικά ανταλλάγματα.

Στα χαρτιά, η συμφωνία τερματίζει τις εχθροπραξίες, επαναφέρει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, χαλαρώνει τις κυρώσεις κατά του Ιράν και ανοίγει παράθυρο 60 ημερών για συνομιλίες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα.

Στην πράξη, όμως, διαμορφώνει νέους συσχετισμούς ισχύος που επηρεάζουν όχι μόνο την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη αλλά και το Ισραήλ, τις μοναρχίες του Κόλπου, τον Λίβανο και συνολικά την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Ο Λίβανος στο επίκεντρο και οι ανησυχίες του Ισραήλ

Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του μνημονίου είναι η αναφορά στον Λίβανο.

Η συμφωνία δεν περιορίζεται στη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αλλά προβλέπει μόνιμο τερματισμό των εχθροπραξιών «σε όλα τα μέτωπα», με ρητή αναφορά στον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας του Λιβάνου.

Η διατύπωση αυτή αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία στο Ισραήλ. Για την κυβέρνηση Νετανιάχου, ο κίνδυνος είναι ότι ο Λίβανος και κατ’ επέκταση η Χεζμπολάχ εντάσσονται έμμεσα σε ένα πλαίσιο αμερικανοϊρανικής συνεννόησης, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει μελλοντικά την ελευθερία κινήσεων του ισραηλινού στρατού.

Η Τεχεράνη αποκτά έτσι ένα νέο διπλωματικό επιχείρημα απέναντι σε οποιαδήποτε ισραηλινή στρατιωτική δράση στο λιβανικό έδαφος.

Από τη «μέγιστη πίεση» στη λογική της συνύπαρξης

Το δεύτερο βασικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η αμοιβαία δέσμευση μη επέμβασης.

Οι δύο πλευρές δεσμεύονται να σέβονται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα η μία της άλλης και να μην παρεμβαίνουν στις εσωτερικές τους υποθέσεις.

Η πρόβλεψη μπορεί να μοιάζει τυπική, αλλά αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια η σχέση Ουάσιγκτον – Τεχεράνης χαρακτηριζόταν από αμοιβαίες κατηγορίες για αποσταθεροποιητικές ενέργειες, επιχειρήσεις επιρροής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και από ρητορική αλλαγής καθεστώτος.

Για το Ιράν, η συγκεκριμένη πρόβλεψη λειτουργεί ως πολιτική εγγύηση. Για τον Τραμπ, συνιστά σαφή απομάκρυνση από τη ρητορική της πλήρους ανατροπής του καθεστώτος.

Ορμούζ, κυρώσεις και πετρέλαιο: τα άμεσα κέρδη της Τεχεράνης

Το πιο άμεσο αποτέλεσμα της συμφωνίας αφορά τη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν να άρουν σταδιακά τον ναυτικό αποκλεισμό, ενώ το Ιράν δεσμεύεται να διασφαλίσει την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ για τουλάχιστον 60 ημέρες.

Η πρόβλεψη αυτή έχει κρίσιμη σημασία για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς από τα Στενά διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.

Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα εκδώσει εξαιρέσεις που επιτρέπουν στο Ιράν να εξάγει πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα, ενώ προβλέπεται και η σταδιακή αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων.

Για την Τεχεράνη, πρόκειται για άμεση οικονομική ανάσα. Για την Ουάσιγκτον, όμως, σημαίνει ότι εγκαταλείπεται ένα σημαντικό μέρος της πίεσης πριν ολοκληρωθεί η δύσκολη διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα.

Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει το μεγάλο αγκάθι

Παρά τις πολιτικές και οικονομικές προβλέψεις, το πιο κρίσιμο ζήτημα παραμένει ουσιαστικά ανοικτό.

Το Ιράν επαναβεβαιώνει ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα και δεσμεύεται να υποβαθμίσει μέρος του εμπλουτισμένου υλικού υπό την εποπτεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Ωστόσο, το υλικό δεν προβλέπεται να απομακρυνθεί από τη χώρα.

Μέχρι να υπάρξει τελική συμφωνία, η Τεχεράνη δεσμεύεται να μην προχωρήσει περαιτέρω το πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονται να μην επιβάλουν νέες κυρώσεις και να μην ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή.

Ουσιαστικά, το πρόβλημα δεν επιλύεται αλλά «παγώνει» ενόψει των διαπραγματεύσεων που θα ακολουθήσουν.

Τα 300 δισ. δολάρια και η επιστροφή του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία

Το μνημόνιο προβλέπει επίσης σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης ύψους τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων για το Ιράν, με πιθανή συμμετοχή χωρών του Κόλπου και άλλων περιφερειακών επενδυτών.

Ο Τραμπ επιμένει ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσουν άμεσα το πρόγραμμα, όμως το πλαίσιο ανοίγει τον δρόμο για μια σταδιακή επανένταξη της ιρανικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές.

Για τους επικριτές της συμφωνίας, αυτή ακριβώς η διάσταση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη.

Πώς αποτιμούν τη συμφωνία Axios και Bloomberg

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζουν τόσο το Axios όσο και το Bloomberg.

Το Axios σημειώνει ότι ο Τραμπ ξεκίνησε τη σύγκρουση θέτοντας εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους: «πλήρη παράδοση» του Ιράν, μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, περιορισμό των βαλλιστικών πυραύλων και διακοπή της στήριξης προς οργανώσεις και πολιτοφυλακές στην περιοχή.

Το τελικό κείμενο, όμως, δεν περιλαμβάνει αναφορές στους βαλλιστικούς πυραύλους, δεν προβλέπει διάλυση του πυρηνικού προγράμματος και επιτρέπει στην Τεχεράνη να λάβει οικονομικά οφέλη πριν από την οριστική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων.

Το Bloomberg προχωρά ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος πέρασε ο ίδιος πάνω από τρεις βασικές «κόκκινες γραμμές» που για χρόνια επικαλούνταν ως αιτία αποτυχίας των προηγούμενων αμερικανικών πολιτικών απέναντι στο Ιράν.

Κατά την παρουσίαση της συμφωνίας, ο Τραμπ εμφανίστηκε διατεθειμένος να αποδεχθεί περιορισμένο εμπλουτισμό ουρανίου, υποβάθμισε τη σημασία των βαλλιστικών πυραύλων λέγοντας ότι «οι πύραυλοι δεν είναι το πρόβλημα» και υπερασπίστηκε την επιστροφή παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, σημειώνοντας ότι «δεν είναι δικά μας χρήματα, είναι δικά τους χρήματα».

Μια συμφωνία που παγώνει το πρόβλημα, δεν το λύνει

Το βασικό συμπέρασμα τόσο των δύο αμερικανικών μέσων όσο και πολλών αναλυτών είναι ότι η συμφωνία δεν επιλύει τον ιρανικό γρίφο.

Παγώνει τη σύγκρουση, προσφέρει χρόνο στις δύο πλευρές και δημιουργεί ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Δεν εξαλείφει όμως τις βασικές διαφωνίες για το πυρηνικό πρόγραμμα, δεν απαντά στις ισραηλινές ανησυχίες και δεν διασφαλίζει ότι οι συνομιλίες των επόμενων 60 ημερών θα οδηγήσουν σε οριστική λύση.

Το Ιράν βγαίνει από τη συμφωνία τραυματισμένο αλλά όχι ηττημένο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ως η δύναμη που σταμάτησε τον πόλεμο αλλά αποδέχθηκε σημαντικές παραχωρήσεις. Και το Ισραήλ παραμένει αντιμέτωπο με το πιο δύσκολο ερώτημα της επόμενης ημέρας: κατά πόσο μια συμφωνία που περιορίζει τη σύγκρουση μπορεί ταυτόχρονα να περιορίσει και την απειλή που θεωρεί ότι εξακολουθεί να προέρχεται από την Τεχεράνη.

Πηγή: iefimerida.gr