Του Πατριάρχη
Πάντα τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, με πνίγει η απογοήτευση. Ξεκινήσαμε από τον Οκτώβριο με κοντομάνικα να προετοιμαζόμασταν επί δύο μήνες για αυτές της δυο γιορτές. Και;
Δύο 24ωρα, ούτε λεπτό παραπάνω από τις υπόλοιπες 365 μέρες του χρόνου. Οι προσδοκίες πάντοτε υπερβολικές σε σχέση με την πραγματικότητα.
Στο μυαλό ένα παράθυρο με το χιόνι να έχει φωλιάσει στις γωνιές του, τζάκι με τα ξύλα να μουρμουρίζουν βγάζοντας από τα σπλάχνα τους κόκκινες φλόγες, λίγο κρασί, καλή παρέα… όλα μαγικά.
Και έρχονται αυτές οι μέρες και σε βρίσκουν με ένα κινητό στο χέρι να σκρολάρεις χαζομάρες στο TikTok και να αναζητεί κάτι να σου φτιάξει τη γιορτινή διάθεση στο Spotify.
Αντί για χιόνι, ήλιος, έστω και με δόντια, αλλά ήλιος και μια επίμονη άρνηση να βγεις έξω από τη πόρτα για να φέρεις ξύλα για το τζάκι. Καλό και το καλοριφέρ και το air-condition. Κάνουν δουλειά.
Είναι αυτές τις μέρες που έρχονται βροχή στο μυαλό, εκείνα τα Χριστούγεννα που σήμερα αντιλαμβάνεσαι ότι είναι τα Χριστούγεννα που θα ήθελες να ξαναζήσεις.
Κάλαντα, ζεστές αγκαλιές της μάνας και του πατέρα, ένα «ξεπουπουλιασμένο» δέντρο με λίγες λάμπες και φωτάκια που αναβόσβηναν με τα μισά να είναι καμένα.
Και τότε εκείνη την μαγεία την αλλοίωνε η προσδοκία για κάτι μεγαλύτερο.
Πάντα περίμενα εκείνη την ηλεκτρική κιθάρα, που δεν υπήρχαν τα χρήματα να μου την πάρουν, αλλά και να υπήρχαν πάλι δεν θα μου την έπαιρναν γιατί υπήρχαν «ιδεολογικές» αντιρρήσεις.
«Είναι πράγματα του διαβόλου», αφού αυτοί οι τύποι που δεν άντεχαν να ακούνε τα αυτιά της μάνας μου, ούρλιαζαν σαν δαιμονισμένοι. Black Sabbath, Deep Purple, Led Zeppelin, Doors και άλλοι περίεργοι σχεδόν καταραμένοι, των οποίων οι αφίσες στον τοίχο του δωματίου μου εξαφανίζονταν για να μη πάρω τον κακό το δρόμο.
Συνεχίζω να τους ακούω και σήμερα αλλά για τον κακό τον δρόμο δεν φταίει ούτε ο Jim Morrison ούτε ο Rory Gallagher, ούτε ο Ian Gillan.
Πήγα κάποια Χριστούγεννα και πήρα μια drums, αγόρασα μια ηλεκτρική κιθάρα, και ικανοποίησα εκείνο το απωθημένο. Δεν έγιναν όμως καλύτερες οι γιορτές. Γιατί τώρα αυτό που μου έλειπε ήταν εκείνη η αγκαλιά της μάνας μου, το σκουριασμένο τρίγωνο που έλεγα τα κάλαντα και οι λασπωμένοι δρόμοι της παλιά γειτονιάς μου.
Αυτά δεν αγοράζονται. Θα μείνουν πάντα απωθημένα, τα οποία ευτυχώς πρόλαβα να ζήσω αλλά δεν εκτίμησα τότε που έπρεπε.
Τα έζησα όμως.
Υ.Γ: Η Drums επειδή θα με έδιωχναν από το διαμέρισμα κατέληξε σε έναν φίλο μου ευρωβουλευτή και η κιθάρα πουλήθηκε όσο όσο στο Market Place, γιατί δεν ήταν αυτά που μου έλειπαν.