Του Πατριάρχη
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Μάριος Χαρτσιώτης και ο αρχηγός Αστυνομίας Θεμιστός Αρναούτης, ενημέρωσαν χθες τη Βουλή για το οργανωμένο έγκλημα πίσω από κλειστές πόρτες. Η μυστικότητα δεν άντεξε ούτε μερικές ώρες. Όσα ειπώθηκαν βγήκαν από τις χαραμάδες και κάποια κατέληξαν στα ρεπορτάζ,(γιατί όλα δεν μπορούν να γραφτούν και να δημοσιοποιηθούν), μαζί με την παραδοχή ότι το έγκλημα στην Κύπρο έχει πια και «εισαγόμενο» χαρακτήρα (ουάου), με δομές που πατούν σε ξένα δίκτυα. Δεν είναι λεπτομέρεια ούτε η ανακάλυψη της ταχινόπιτας. Είναι ομολογία ότι το κράτος οφείλει να μην κάνει απλώς διαγνώσεις, αλλά να λειτουργήσει με επαγγελματισμό, τεχνογνωσία και διεθνείς διασυνδέσεις, όχι με σπασμωδικές εξάρσεις και επικοινωνιακά κλισέ.
Ας σταθούμε στα αυτονόητα. Η Κύπρος έχει μέγεθος που επιτρέπει να γίνουν πράγματα γρήγορα και καθαρά. Δεν μιλάμε για μητροπόλεις εκατομμυρίων, ούτε για δίκτυα που χάνονται σε απέραντα προάστια. Κι όμως, για χρόνια ακούμε δικαιολογίες στο ίδιο μοτίβο. «Παντού υπάρχουν προβλήματα, τα κινητά μπαίνουν σε όλες τις φυλακές, η διαφθορά υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες»… Πρόκειται για υπεκφυγή. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες επένδυσαν συστηματικά σε σύγχρονα μηχανήματα, σε ζώνες απενεργοποίησης και σε φυσικά μέτρα φρούρησης, ώστε το κινητό να μην είναι τηλεχειριστήριο εγκλήματος. Εδώ για μια δεκαετία τουλάχιστον, συζητάμε αν λειτουργούν τα συστήματα, ενώ όλοι ξέρουν πως και από ποιους μπαίνουν τα κινητά στις Φυλακές. Όταν η τεχνολογία τρέχει και το κράτος περπατά, η πρωτοβουλία των κινήσεων και ο αιφνιδιασμός, χάνονται από το πρώτο λεπτό.
Δεν είναι μόνον θέμα Φυλακών. Είναι κυρίως θέμα θεσμών. Ο υπόκοσμος, για να σταθεί στα πόδια του, χρειάζεται οξυγόνο από τη διαφθορά. Χωρίς διείσδυση σε κρίκους της αλυσίδας (από μικρές αθέμιτες «εξυπηρετήσεις» μέχρι μεγάλα deals με το κλείσιμο του ματιού) οι συμμορίες θα ήταν απλώς θορυβώδης παρανομία. Τα τελευταία χρόνια οι αρχές διακηρύσσουν ότι «χτυπούν τα οικονομικά οχυρά» και δεσμεύουν περιουσίες. Μιλάμε για αστεία ποσά μπροστά σε αυτά που διακινούνται. Η αξιοπιστία τέτοιων εξαγγελιών μετριέται στα δικαστήρια, στην ταχύτητα των διαδικασιών και στις καταδίκες των «γνωστών επιχειρηματιών» τους οποίους δεν αγγίζει κανείς.
Η κεκλεισμένων των θυρών ενημέρωση θα είχε νόημα αν υπήρχαν απτά αποτελέσματα της δράσης των αρχών.
Πότε θα ολοκληρωθεί η εγκατάσταση συστήματος απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων στις Φυλακές; Πότε θα δούμε ηχηρά ονόματα του υποκόσμου να κάθονται στο εδώλιο του κατηγορούμενου; Πότε θα δούμε αστυνομικούς και δεσμοφύλακες να συλλαμβάνονται για συνεργασία με τον υπόκοσμο αντί αν επιβραβεύονται; Πότε θα προστατευθούν και θα ενθαρρυνθούν, αντί να θυματοποιούνται, αυτοί που καταγγέλλουν την διαφθορά;
Όταν η αποκάλυψη διεφθαρμένων γίνεται εγχείρημα υψηλού ρίσκου για τον καταγγέλλοντα, το μήνυμα προς την κοινωνία είναι αποτρεπτικό. Έτσι ο πολίτης μαθαίνει να σωπαίνει, οι τίμιοι δημόσιοι λειτουργοί να «μην μπλέκουν», και το έγκλημα να συναλλάσσεται με την αδράνεια. Καμία αστυνομική επιχείρηση, όσο θεαματική κι αν είναι, δεν αρκεί αν το θεσμικό περιβάλλον αφήνει ανοικτή την πίσω πόρτα.
Η Κύπρος μπορεί να κάνει το δύσκολο, αρκεί να κάνει πρώτα το απλό. Να σταματήσει να συζητά για το αν «γίνεται» και να δείξει πότε γίνεται. Να αντικαταστήσει τη σιωπή των κεκλεισμένων με την τήρηση των δεσμεύσεων. Να περάσει από τη ρητορική των «σχεδίων» στην αριθμητική των αποτελεσμάτων. Η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Ζητά σοβαρότητα, διαφάνεια και επιμονή. Αν υπάρξουν, τότε και οι κλειστές πόρτες θα πάψουν να είναι άλλοθι και οι διαρροές δεν θα ’χουν τίποτε ενδιαφέρον να πουν.

























