Η σεισμική κρίση στη Σαντορίνη είχε ως αποτέλεσμα να μετακινηθούν η Αστυπάλαια και η Νάξος κατά 2 και 2,8 εκατοστά αντίστοιχα, είπε σε επιστημονική εκδήλωση, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνας Φυσικών Καταστροφών της Ακαδημίας Αθηνών, με θέμα «Διάλογοι για τη Σαντορίνη» ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Θανάσης Γκανάς.
Όπως προσέθεσε στην ίδια εκδήλωση η καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εύη Νομικού, η περιοχή του υποθαλάσσιου υφαιστείου του Κολούμπο βυθίστηκε κατά 19 εκατοστά.
Οι πολύ ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις έγιναν προχθές στην επιστημονική εκδήλωση, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνας Φυσικών Καταστροφών της Ακαδημίας Αθηνών, με θέμα «Διάλογοι για τη Σαντορίνη», με τη συμμετοχή επιφανών επιστημόνων από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ηφαιστειακό παρατηρητήριο, τόνισε ακόμα ο διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Θανάσης Γκανάς σε εκδήλωση με τη συμμετοχή ειδικών από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η διευθύντρια Ερευνών στο British Geological Survey, Μαργαρίτα Σέγκου όπως αναφέρει η «Καθημερινή», περιέγραψε πώς η κρίση της Σαντορίνης ξεδιπλώθηκε σε τέσσερις φάσεις. «Στην πρώτη φάση, έως την 1η Φεβρουαρίου, υπήρχαν σεισμικά γεγονότα, αλλά μειωμένα. Στη δεύτερη φάση, από 2 έως 5 Φεβρουαρίου, παρατηρείται μια έντονη αύξηση της σεισμικότητας, με σεισμούς έως 5 Ρίχτερ. Αιτία είναι η κατάτμηση των πετρωμάτων από την πίεση που ασκεί από κάτω το μάγμα. Στην τρίτη φάση, από 6 έως 10 Φεβρουαρίου, πραγματοποιείται μετακίνηση του μάγματος και αυξημένα σεισμικά επεισόδια. Τέλος, στην τέταρτη φάση, από 11 έως 14 Φεβρουαρίου, αρχίζει και γίνεται περισσότερο αντιληπτή από τους ρυθμούς της σεισμικότητας ότι υπάρχει εμπλοκή και των ρηγμάτων της περιοχής».
Ο κ. Γκανάς από την πλευρά του αναφέρθηκε στις σεισμοτεκτονικές διεργασίες στην ευρύτερη περιοχή. «Κάθε χρόνο η Σαντορίνη και η Αμοργός μετακινούνται κατά 4,5 χιλιοστά προς τα βορειοανατολικά και η Αστυπάλαια με την Ανάφη προς τα νοτιοδυτικά και ταυτόχρονα μετατοπίζονται και οριζόντια. Χάρη στην κρίση του Φεβρουαρίου, η Αστυπάλαια μετακινήθηκε κατά 2 εκατοστά προς τα νοτιοανατολικά, ενώ η Νάξος κατά 2,8 εκατοστά προς τα βόρεια-βορειοδυτικά. Η Ανυδρος, όπως προκύπτει από τα δορυφορικά δεδομένα, μετακινήθηκε κατά 14 εκατοστά προς τα δυτικά και βυθίστηκε κατά 12 εκατοστά, καθώς βρέθηκε στο επίκεντρο της ηφαιστειακής-τεκτονικής δραστηριότητας». Οπως ανέφερε, ο μέγιστος σεισμός στην περιοχή ήταν 5,3 Ρίχτερ, ωστόσο το δυναμικό των υποθαλάσσιων ρηγμάτων μπορεί να φθάσει στα 7,1 Ρίχτερ (+/- 0,3).
«Ημασταν τυχεροί γιατί η περιοχή μελετάται πολλά χρόνια. Ετσι γνωρίζαμε τα ρήγματα – υπάρχουν περιπτώσεις που γίνεται ένας υποθαλάσσιος σεισμός και αναρωτιόμαστε πού ακριβώς έγινε. Και επειδή έχουν γίνει πολλές συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια και ωκεανογραφικές αποστολές στη Σαντορίνη, διαθέτουμε πολλά δεδομένα, παρότι εμείς ως χώρα δεν ευνοούμε τη θαλάσσια έρευνα», εξηγεί στην «Καθημερινή» η καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εύη Νομικού. «Επιπλέον ήμασταν τυχεροί γιατί στις 24 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος, τοποθετήσαμε υποθαλάσσιους σεισμογράφους και αισθητήρες μετακίνησης του πυθμένα. Οι συσκευές αυτές μας έδειξαν ότι η περιοχή του Κολούμπο βυθίστηκε κατά 19 εκατοστά, μια καταγραφή που συμφωνεί με τα δεδομένα που προέρχονται από την ξηρά».
Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών ανέλυσαν το πώς λειτούργησαν οι μαγματικοί θάλαμοι που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή της Σαντορίνης. «Συνθέτοντας όλα τα δεδομένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενοι σεισμοί είχαν ως αιτία μια “φλέβα τροφοδοσίας”, τη μετακίνηση ρευστών από βαθύτερους μαγματικούς θαλάμους προς την επιφάνεια, μια κίνηση που μετακίνησε τα ρήγματα και προκάλεσε τους σεισμούς. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν ήταν καθαρά τεκτονικοί οι σεισμοί».
Πηγή: protothema.gr